Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ

Μου το είχες πει κάποτε: 
«κανείς δεν αγαπά το ίδιο με τον άλλον. Πάντα ο ένας από τους δύο αγαπά περισσότερο». 
Δεν σε είχα πιστέψει. Νόμισα πως μου έκανες παράπονα. Πως είχες την αίσθηση ότι δεν σε αγαπούσα αρκετά. Που να φανταστώ; Η αγάπη και ο έρωτας τυφλώνουν… δεν βλέπεις μπροστά σου. Δεν βλέπεις καθαρά. Όταν αγαπάς όσο αγάπησα εγώ εσένα, πάντα βρίσκεις ελαφρυντικά.
Δικαιολογείς τις συμπεριφορές και τα ατοπήματα. Η αγάπη είναι επιταγή χωρίς αντίκρισμα τις περισσότερες φορές.
Αγαπάς και έχεις την ανάγκη να πιστεύεις πως και ο άλλος νιώθει το ίδιο. Σε αγαπά το ίδιο δυνατά και απόλυτα. Έτσι, είναι πολύ εύκολο να γεμίζεις το κενό του άλλου με τα δικά σου συναισθήματα. Να βιώνεις έναν έρωτα που είναι μόνο δικός σου σαν να είσαι δυο άνθρωποι μαζί. Η απώλεια δεν σε τρομάζει. Το δικό σου πάθος φτάνει και περισσεύει και για τους δύο έως την στιγμή της αλήθειας…

....Οι μυρωδιές του ποταμού δυνάμωναν όσο ανέβαινε ψηλότερα ο ήλιος. Δυνατές ακτίνες φωτός τρύπωναν ανάμεσα στις φυλλωσιές και άγγιζαν την γη. Σαν τον τρελό εραστή που αναζητά τυφλά και απεγνωσμένα το σώμα που λαχταρά και λατρεύει μέσα στο σκοτάδι. Τα πλάσματα του δάσους ορατά και αόρατα τριγυρνούσαν και φλυαρούσαν στην γλώσσα τους. Μετέδιδαν το μήνυμα. Η Αγάπη είχε επιστρέψει. Η νύμφη του ποταμού ήταν πάλι εκεί. Το νοτισμένο από την υγρασία της νύχτας χώμα ανέδιδε μια υπέροχη οσμή γεμάτη μαγεία και μνήμες. Τα βράχια στις όχθες του ποταμού βογκούσαν δεχόμενα το νερό στις πλάτες και το στέρνο τους, σαν στρατιώτες που πλένονται μετά τη μάχη. Τα πάντα γύρω της μια γιορτινή καθημερινότητα. Η Αγάπη όμως ζούσε την πραγματικότητα. Ότι όλα, ήταν αλλιώς.
Ξαπλωμένη στο χώμα, σαν άλλη τεράστια σαύρα, δεν νοιάζεται για τον μικρόκοσμο που κατοικεί στο κομμάτι της γης που κάλυπτε το σώμα της. Με το βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό ανάσαινε γρήγορα. Στα αυτιά της η βοή της κίνησης, η γιορτή των ξωτικών που πίστευε πάντα από παιδί, τα όνειρα τα παιδικά που πετάριζαν γύρω από τα δέντρα μαζί με τα πουλιά και κάπου στο βάθος οι φωνές…

... 
Έτσι, χάμω πάνω στα σάπια και ξερά φύλλα που ήταν ένα στρώμα διαφορετικό από αυτό που κοιμόταν τα τελευταία επτά χρόνια, δίπλα στις όχθες ανέσυρε μνήμες. Έτσι, του είχε δοθεί ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Και από εκείνη τη στιγμή όλα μύριζαν από εκείνον. Όλα είχαν γίνει εκείνος. Είχαν γίνει τα κορμιά τους κομμάτι του ποταμού και οι ψυχές τους είχαν ενωθεί με τόσες άλλες ψυχές που είχαν περάσει από εκεί, τις όχθες του Αχέροντα. Ψυχές που είτε είχαν μπει στην βάρκα είτε όχι, φτερούγιζαν γύρω τους. Τον είχε λατρέψει. Ήταν φυλλαράκι στο νερό. Ήταν η κάμπια πάνω στο φυλλαράκι.
       Ξαπλωμένη πάνω στη γη που τους γέννησε, τους ανέθρεψε, τους κάλεσε κοντά της. Άλλους γρηγορότερα και βίαια, άλλους αργότερα. Δεν ξέρει αν τον μισεί ακόμη, ή τον αγαπά ακόμη. Δεν ξέρει τίποτε πια. Προσπάθησε πολλές φορές να δικαιολογήσει τον εαυτό της που παρασύρθηκε. Άλλες τόσες προσπάθησε να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Μάταια…το κενό πάντα ίδιο. Η μοναξιά παρέα. Τα λάθη γύρω σαν χορός σε τραγωδία. Το πάθος κρεμασμένο να αιωρείται και η οργή πνιγμένη ή όχι,  παρούσα. Άκουγε μια ζωή να λένε:
 « Το μυαλό του ανθρώπου θέλει μια στιγμή για να θολώσει. Τι είναι λες; Η λογική από την τρέλα απέχει ελάχιστα.»
Δεν το πίστευε.
Πάντα λειτουργούσε με την λογική και ήξερε όταν το ένστικτό της την προειδοποιούσε έπρεπε να το ακούσει. Να το ακολουθήσει. Το έκανε πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο μια φορά το αγνόησε. Μία και μοναδική φορά, που της στοίχισε μια ζωή. Την δική της και την δική του. Την δική του και την δική της.

Όλα είναι τόσο έντονα, σαν να ήταν χθες….

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012


ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ ΕΥΧΕΣ

Άκου!
Σε δηλωμένες ιερόδουλες Ευχές,
κρατώ τη πόρτα της εξόδου πάντοτε
ανοιχτή.  Βγάζει σε κήπο με αμάραντα.
Εχει και μια ωραία λιμνούλα με βατράχια
που μια φίλη λεει πως δεν θα πρέπει να
φιλήσουμε ξανα, μήπως και πρίγκιπες
γίνουν στα αλήθεια!
Άκου!
Στους Άθλιους Πειραματισμούς, με την
εδώ ή την εκεί διαθέσιμη Εμπειρία, βοηθώ
ως το σημείο που θα καταλάβεις πως με
πληγώνεις. Μόλις το καταλάβεις, σε αφήνω
στην γλυκια Θεία Λένα.  Εκείνη ξέρει την Χαρά
που προσφέρει η συμβουλή της, εσύ ξέρεις τη
συμβουλή που εκμαιεύεται από την Χαρά.
Η Λύπη, δεν ρωτά συμβουλές, συχνά
αυτοκτονεί!
Ακου!
Δεν βγάζει νόημα η Διαίρεση των Σωμάτων.
Η Βιβλιοθήκη της Αυθαιρεσίας, πολιορκεί
την έγγραφη εμμονή μας.  Μην πανικοβάλεσαι!
Μέχρι τα εξήντα σου, θα έχεις βρει την απόλυτη
αδελφή ψυχή. Αν όχι, επέστρεψε στο σπίτι απο τον
κήπο, αγκαλιά με τις Ιερόδουλες Ευχές.
Μόνο τις Δηλωμένες!!
Άντε, και μην ξεχάσεις το προφυλακτικό!
(και της ψυχής σου...)

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012


ΣΦΑΓΕΙΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Αποφλοιώθηκε η Συγκίνηση
στα σφαγεία των Αισθημάτων.
Τα τακούνια μου τρύπησαν
κάθε μικρή Ελπίδα που έρποντας
στο έδαφος, επιχειρούσε διαφυγή.
Ο Θάνατος, παραμόνευε σε όλες
τις κάμαρες και τις κλινες
της Ελπίδας, του Ρομαντισμού,
της Ευαισθησίας.
Ποιος ο λόγος να υπάρχουν
συναισθήματα που μας κάνουν
ευάλωτους;  Ο Άρχων της Επιφάνειας
μιλά για ησυχία, ηρεμία, απάθεια ίσως...
Δεν νομίζω να μοιράζουν κάπου
πανοπλίες ειδικές για την αποφυγή
των χτυπημάτων, από λόγχη
ψευδούς Τρυφερότητος.
Ούτε και αλοιφές προστασίας
απο σάπια φιλιά. Μήτε χάπια που
τα πίνεις κάνοντας έρωτα,
και προστατεύουν το κορμί απο
τις θύμησες!
Καλά που φόρεσα τα ψηλοτάκουνα.
Φέυγοντας απο τα διαμερίσματά σου
να θυμηθω να σου ζητήσω να καρφώσεις
το ένα στην καρδιά μου.
Συνάντησα όλα τα είδη αδυνατότητας
ενός έρωτα. Λόγω συνθηκών, λόγω διαφοράς
ηλικίας, λόγω απόστασης, λόγω αλήθειας,
λόγω ισχύος, λόγω αδυναμίας,
λογω Εγωπάθειας, λόγω υποταγής,
μα ποτέ ως τώρα λόγω άρνησης αισθήσεων!
Εσύ που λειτουργείς τούτο το κάστρο
με τα σφαγεία Αισθημάτων στα Υπόγεια του,
πες μου...Είναι στα αλήθεια τόσο δύσκολο
να τα εξαφανίσεις, όσο λενε;
Γιατι θα θέλει πολύ δύναμη να σφαγιάσεις
ένα χτυποκάρδι...
Νομίζω ο ήχος θα αντηχεί και μετά θάνατόν του...

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

While you will be drinking from the crystal glass of my breasts, 
do not forget to  allow yourself to be breastfed by the last drop 
of the only truth ever the feelings I have, arose..

“ Listen.  I am so  tired of  writing for you.. 
of wanting  you to read me
or  to be happy from a distance.
I got tired of pretending that I do not care…
Of pretending that you forgot me and I know it…

Neither you did, nor you ever will!

You have already figured that out, 
but it is time for you to whisper it to me too..
Do it smoothly to my neck.. low… 
at the part where you had kissed me goodbye 
before you killed me..

 Do you remember?

At the part where you smelt me and decided 
that you will make my flesh and blood yours for ever…
Make my body yours, blooded, sealed 
with the burnings of your hesitation…
Let me tell you a secret… 
My neck still anticipates eagerly one of your bites…
The main artery aim!   
Make your rusted dream become red again..
Do you remember?”

But of course you do… and you are still breastfeeding…

MY LORD .. OCEAN…

One thing that I remember, is that scent of the ocean,
a salty memory on the lips, like the taste of a wave.
Just like an irresponsible hurricane, like a strong current,
I sense you still, holding me tight, full of certa...inty…
We were walking on the ultimate, watery fortress
And your face carried the sun in the middle of the sky,
Obviously as a lie, but still it was a smile and it was for me!
One thing I remember is that touch like a butter
Melted just a little bit, only in order to be spread easily,
Full of scents of herbs, which were picked up
In the gardens of Eden…

As a bee society that’s gone crazy, literal, articulate,
Talkative, as talkative as your tongue which till now,
Leads me to insanity, whenever I allow it to repeat
Those words I adored, diving in the insignificant that
the sudden creates, when it occurs, with no reason,
Just like that…

Make me a shipwreck…
Again and again, to your desire
Which you seek as an overdose to kill you…
I have just kept your push that made me sink deeper…
Do I have to tell you again?
Make me a shipwreck…
In love, shipwrecks are much more charming and tempting
Than the ships cast adrift…
And eventually,
The only thing you remember is usually the depth
And how sweet was the unconsciousness inside it
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΑΝΟΧΗΣ  
 
Η πόρνη ξύπνησε με το κορμί γεμάτο μελανιές και εκδορές.
Είχε πλυθεί το προηγουμενο βράδυ μετά την οργιαστική πράξη.
Είχε χωθεί μέσα στα πουπουλένια της ονειρα και την εξαίρεση
... της αφαιρετικής τρυφερότητας που την έκανε να νιώθει ξανά...
Είχε φροντίσει την ανολοκλήρωτη ταυτότητά της και ειχε πιεί,
ασυνήθιστα πολύ απο την μεθυστικά πορφυρόχρωμη συνουσια.
Σηκώθηκε απο το ντιβάνι της και προχώρησε στο έπιπλο του
καθρέφτη. Άγγιξε προσεκτικά τα φιλιά του στους ώμους, τα άλλα
στο εσωτερικό του καρπού, ενώ γεμάτη αθώα ντροπή ένιωθε
το αίμα μέσα της να κοχλάζει απο πόθο. Στις μελανιές του γέλασε
με αυθάδεια, στις εκδορές αισθάνθηκε περηφανη ενθυμούμενη την
ορμή που τον δεχόταν στο δέρμα της, στο σώμα της...
Γύρισε στον κόσμο της που βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση και πριν
προλάβει να τοποθετήσει εκ νέου τα κομμάτια του στις σωστές θέσεις,
είδε ένα αποτσίγαρό του στο τασάκι στο κομοδίνο. Γελούσε δυνατά.
Γελούσε και θυμόταν το πάθος του καθε φορά που την
ζητούσε απο την αρχή... Παιδί σχεδόν φαινόταν κι ας ήταν τριάντα
και κάτι.... Τόσα νιάτα ξόδεψε στην χρησιμοποιημένη της ηδονή.


"Πάμε να φύγουμε μαζί.. τώρα... σε αγαπάω στο ορκίζομαι σε αγαπώ...
ως το θάνατο και πέρα απο αυτον θα σε αγαπώ! πάμε, έλα, ας φύγουμε..."
"Η πόρνη ξέρει να γλεντά και να υποκλίνεται στον έρωτα τον αυθεντικο,
μα ξέρει και να φεύγει στον μεγάλο πόθο όχι απο φόβο, μα απο σεβασμό..
ζήσε ότι σου προσφέρεται και μη ζητάς παραπάνω..." του ειχε πει.

Σταμάτησε να γελά. Άρχισε να κλαίει. Έκλαψε πολύ ώρα. Επειτα κοίταξε
το ρολόι του τοίχου και μπήκε στο μπάνιο. Σε λίγη ώρα θα ερχόταν ένας από τους τακτικούς της...
"η ζωή ειναι η χειρότερη πόρνη από όλες μας" σκέφτηκε.



[Ενταφιάζω όνειρα
αγνώστων στοιχείων.
Τόσα χρόνια στη
δημόσια χρήση,
έμαθα να αποφεύγω
τους ομαδικούς τάφους.]

(Από το ημερολόγιο μιας ανοχής - ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΙΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ)
LOVE, RAINS DOWN ON ME... (especially for you...)

I wear the Night on my starving mouth.
Breathless, soundless, with no sunrise carried as
a silky cover in the breaking dawn breeze.
I wear your touch onto my lost, misguided past,
... taking no precautions against the threats
of the short -lived, the temporary,
facing an unwilling tomorrow...
But do I really care?

I wear the lust, the pleasure, the ultimate
desire on the nipple of denial,
like an earring with no pair, a symbol of monarchy.
I wear Seduction as an invisible clothing,
as a cure made of recurrent sufferings, burning up
in a universe made just for you and me, expensive, absolute.
I wear surprise on my flooded body.
Without presence, without absence, without anticipation
of useless eternal oaths or incredible orgasms.
Do you feel it?

I live.
I die.
I fall in love.

I drown under a pouring love which washes my hair
having engaged your own hands...
Don’t forget to make my spine shiver only using your
lips, without rushing, slowly, diving within a
“goodbye” that will be raining love and love only,
Under this distance… cause,
nothing can be worn better than rainfall...
Love, rains down on me…