Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΕΝΘΥΜΙΟΝ

Τα φώτα στο δρόμο και στην αυλή του μαγαζιού έλαμπαν με μια λάμψη παράξενη. Λες και κάποιος σκηνοθέτης είχε ζητήσει να φωτιστεί η σκηνή αναλόγως. Λες και ήθελε τη στιγμή που θα με φιλούσες να ρίχνει η λάμψη της νύχτας, παράφρονα μάγια γύρω μας. Να με κρατάς αγκαλιά και να καλείς ταξί. Και εκείνο το φιλί...Ο παράξενος σκηνοθέτης σταμάτησε το χρόνο και όλα έμειναν ακίνητα και περιμένουν να επιστρέψουμε. Πότε θα επιστρέψουμε; Θέλω να σε φιλήσω στην φωτισμένη αδυναμία μου. Θα τσακιστώ μάλλον αλλά δεν πειράζει. Θα κρατήσω τη ζέστη της παλάμης σου στο πρόσωπό μου και εσύ το φιλί που γλίστρησε στην χούφτα σου, από τα χείλη μου.. Γιατί πάντα να σταματά ο χρόνος εκει που δεν μπορείς να επιστρέψεις;



Στάθηκε στο παράθυρο και άφησε το φως του προσευχόμενου φεγγαριού, να την ευλογήσει. Στεκόταν ακίνητη. Ο αγέρας είχε κοπάσει και η βραδιά ήταν ζεστή. Στο στήθος της, είχε κυλήσει ώρα τώρα μια σταγόνα ζέστης, ένα διαμάντι αλμύρας απο την επιθυμία της φυγής.

Κάθε της πόρος ανοιχτός και ποτισμένος απο την πρωτοφανή για τα δεδομένα της παράδοση σε ένα μαχαιρωμένο όνειρο. Μελλοθάνατο πεπρωμένο, που όμως της εξασφάλιζε μια αιωνιότητα στο πάνθεον των ανεπανάληπτων στιγμών. Δεν την τύλιγε σεντόνι, μήτε εσάρπα, μήτε καν ένα πέπλο αραχνοΰφαντο, όπως εκείνα που συνήθως έριχναν επάνω τους οι "κοπέλες" στα μπορντέλα των αριστοκρατικών συνοικιών, πριν δεχθούν τον "εκλεκτό" πελάτη τους. Τίποτε δεν είχε εκείνη. Μόνο το δέρμα της γεμάτο από τα αποτυπώματά του. Μόνο τον ήχο των δικών του "σ’ αγαπώ"  να παίζουν μελωδία στην πλάτη της την οργωμένη απο τα φιλιά του, με συγχορδίες άγραφες. Μόνο τα χέρια του να ταξιδεύουν πάνω της.
Στεκόταν μπρος στο ανοιχτό παράθυρο που κοίταζε προς την θάλασσα. Το φεγγάρι την ξέπλενε, η θάλασσα της τραγουδούσε. Στην κοιλιά της χαμηλά μια ανασα ξεχασμένη απο πριν που τον είχε αναμεσα στα πόδια της τα δυνατά, της θύμισε πως είναι να πονάς επειδή υπάρχεις! Κυλούσε ένα ποτάμι στους αστραγάλους της ακόμη και ας είχε περάσει ο χείμαρρος πριν ώρα... Φωτιά που χύθηκε στην θάλασσα... Θάλασσα που χύθηκε στην φωτιά...  Πριν λίγο να... σαν να τον ακούει ξανά στην κλείδωση πίσω απο το γόνατο να της γυρεύει άγρια το νερό της... " Ίδια αλμύρα έχει Κυρά μου, η θάλασσα, η φωτιά και το ποτάμι σου! Και εγώ θέλω να πέσω να πνιγώ και στα τρία!"

Ο Αγέρας άρχισε πάλι... Ανασηκώνει τις φλόγες στα μαλλιά της και στα στήθη της... Γυρίζει τον κοιτάζει να κοιμάται αποκαμωμένος στα αρχαία της μάγια. Θα τον ξυπνήσει τώρα... τον θέλει... θα τον ξυπνήσει όπως εκείνη μόνο ξέρει να του κλεβει την ζωή, πως να του παίρνει την περηφάνια.
Θα τον ξυπνήσει. Θα τον αναγκάσει να τηρήσει την υποσχεσή του.
Να πνιγεί μέσα της... ακόμα μια φορά...