Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ του Νηλ Σάιμον από τον Θ. Ο. Ε.



Λένε, πως για να κάνεις θέατρο πρέπει να εχεις χρόνο. Ίσως...
Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως για να κάνεις θέατρο πρέπει να το αγαπάς! Γιατί και χρόνο να έχεις, αν δεν το αγαπάς και δεν σέβεσαι αυτό που καλείσαι να υπηρετήσεις, δεν πρόκειται ποτέ, να κανεις καλό θέατρο. Αυτά τα παιδιά του Θεατρικού Ομίλου Ερμιονίδας νομίζω το αγαπάνε πολύ!

Άλλη μια θεατρική παράσταση παρουσιάζεται αυτές τις μέρες από τον όμιλο στον πολυχώρο Αρτίκι του Κρανιδίου. Το ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ του Νήλ Σάιμον είναι μια ιδιαίτερα χαρισματική κωμωδία με στοιχεία αφόρητης καθημερινότητας, τα οποία καθιστούν το έργο και τόσο επιτυχημένο παγκοσμίως. Το έργο ξεδιπλώνει την φρικτή μοναξιά που βιώνει ο κάθε άνθρωπος μέσα στην διαφορετικότητα - μοναδικότητά του. Φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με όσα δεν μπορεί να αντέξει καθημερινά στην συναναστροφή του με τους γύρω του. Από τους φίλους του, μέχρι τον σύντροφο ή ακόμη και το παιδί του, ο κάθε ένας από εμάς αναγκάζεται να υποχωρήσει, να ανεχτεί, να παραβλέψει, μπροστά σε συμπεριφορές που δεν τον εκφράζουν ή τον ενοχλούν.



Τι συμβαίνει λοιπόν όταν ο κολλητός φίλος μας που χωρίζει χρειάζεται συμπαράσταση και η δική μας μοναξιά μια παρέα; Τι συμβαίνει όταν αλλιώτικοι άνθρωποι καλούνται να συμβιώσουν και να συνυπάρξουν; Πόσο αλλάζουμε εμείς; Πόσο αλλάζουμε τους άλλους; Πόσο ίδιοι μένουμε; Τι παίρνουμε προίκα από κάθε συμβίωση;



Κατά την ταπεινή μου άποψη, το έργο είναι μια δυνατή μελέτη πάνω όχι μόνο στην ανδρική ψυχολογία, - οι κύριοι ρόλοι είναι αντρικοί - αλλά στην ανθρώπινη. Παρόλο που υπάρχει έντονο το θηλυκό στοιχείο είτε με αναφορές είτε με τους δυο μικρους αλλά γεμάτους σημασία γυναικείους ρόλους, η δράση εξελίσσεται ανάμεσα σε άνδρες. Κορυφώνεται όμως, μετά την καταλυτική παρέμβαση του θηλυκού στοιχείου στην πλοκή του.

Θεωρώ πως η σκηνοθεσία του έργου από τον Διονύση Ξανθό ήταν τόση όση, δίχως υπερβολές και υπερτιμήσεις. Οι κατευθύνσεις ήταν σωστές και δεν είχαμε ολίσθημα από την κωμωδία στην γελοιότητα, κάτι που είναι σύνηθες να συμβει όταν δεν υπάρχει μέτρο και σεβασμός στην ιδέα που υπηρετεί ένα έργο. Εδώ αντιθέτως, είδαμε πολύ καλές ερμηνείες από ερασιτέχνες ηθοποιούς που δουλεύουν με μεράκι, οίστρο και αγάπη.



Ξεκινώντας από τον κεντρικό ρόλο του Οσκαρ, τον οποίο υποδύθηκε με εξαιρετική δεινότητα ο Λουκάς Κούτρας, φοβάμαι πως εχω να πω αρκετά. Κατά αρχήν, ο σωστός υπηρέτης της τέχνης φαίνεται - για να δανειστώ και κατι που άκουσα από τον μεγάλο δάσκαλο εκεινο το βράδυ Κώστα Γεωργουσόπουλο - από το πως αποδίδει και πως υποδύεται έναν ρόλο. Δεν είναι αρκετό δηλαδή να παίζει με την φωνή του μονάχα. Πρέπει να παίζει με κάθε του κύτταρο. Ο Λουκάς Κούτρας υποκρινόταν τον Οσκαρ με κάθε του κύτταρο. Τα μάτια του το βλέμμα του, τα φρύδια του, οι ρυτίδες του, τα μαλλιά του, όλα μα όλα έπαιζαν μαζί του! Τον υπάκουαν! Ο Λουκάς δεν ήταν πια ο Λουκάς πάνω σε εκείνη την σκηνή. Ήταν ο Οσκαρ που ζούσε μόνος ανάμεσα σε κουτιά μπύρας και πίτσας. Ανάμεσα σε γεμάτα αποτσίγαρα και χυμένα ποτά και αναψυκτικά. Ήταν ένας άντρας που δεν είχε οικογένεια, γιατί τον είχε αφήσει η γυναίκα του και έμενε σε ένα σπίτι οκτώ δωματίων, ολομόναχος. Που η μόνη του παρηγοριά ήταν τα βράδια της Παρασκευής που μαζεύονταν οι φιλοι του για πόκερ. 
Δεν είναι τόσο το γεγονός ότι μόρφασε υπέροχα και το κοινό γέλασε στην σκηνή που το απαιτούσε, ούτε ότι αγρίεψε εξαιρετικά όταν αγανάκτησε και το κοινό ενθουσιάστηκε. Είναι που και στην μία και στην άλλη περίπτωση είχες ξεχάσει ότι βλέπεις τον Λουκά Κούτρα να υποδύεται τον Οσκαρ και εβλεπες μονο τον Οσκαρ, που ζει στην Νέα Υόρκη, είναι χωρισμένος και εχει μια διάθεση να κρύβει την μοναξιά του μέσα στην ακαταστασία του και την άρνηση του να βάλει σε τάξη τη ζωή του γιατι απλά έτσι ένιωθε ότι περνούσε καλα. Ήταν που ξαναέγιναν οι συστάσεις μεταξύ σας και για δύο ώρες ο γνώριμος εκει κάτω κύριος δεν ήταν ο φιλος και γνωστος σου Λουκάς, αλλά ο άγνωστος Όσκαρ που στο τρόπο ζωής του έβρισκες κάτι από τον δικό σου...



Το ίδιο ακριβώς διαπίστωνες και όταν παρατηρούσες τον κολλητό του, τον οποίο αποφάσισε να φιλοξενήσει για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το διαζύγιο του και να σταθεί στα πόδια του, καθότι περισσότερο ευαίσθητος και λιποψυχος.  Ο Φέλιξ, είναι ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος από τον Όσκαρ που είχε μαθει να έχει τον έλεγχο στα πάντα, υποχόνδριος με την καθαριότητα και λίγο παραπάνω οικονόμοςαπό ότι ίσως θα έπρεπε, σε αντίθεση με τον ασυγκράτητα σπάταλο φίλο του.
Ο Παναγιώτης Κωστελένος, ο οποίος τον υποδύθηκε, θεωρώ πως ήταν πάρα πολύ καλός. Είχε ένα τεράστιο αβαντάζ το οποίο ήταν η εμφάνισή του και η ηρεμη φυσιογνωμία του. Αυτό δεν ακυρώνει την δουλειά που έκανε και την αξία της ερμηνείας του.  Δείχνει όμως, την έξυπνη επιλογή του σκηνοθέτη. 

Έχω πολλά καλα να πω και για τους τρεις φίλους που πλαισίωσαν το αταίριαστο αυτό ζευγάρι και έδειξαν να συμπάσχουν λίγο με τους φίλους τους. Αρχίζοντας από τον Γιώργο Δημαράκη τον οποίο είχα ακούσει να τραγουδά και ειχα γοητευτεί, θα πω πως ήταν πολύ φυσικός στον ρόλο του Ρου, του φίλου αστυνόμου και δεν ξέρω αν τον βοήθησε η παρέα που ερμήνευε τόσο καλά αλλά, θα ήθελα να τον δώ σε έναν άλλο ρόλο καποια στιγμή πιο μπρουτάλ πιο βαρύ και όχι κωμικό. Διέκρινα στοιχεία εσωτερικά που αποδίδονταν κυρίως στο βλέμμα του. Το βλέμμα είναι μεγάλη υπόθεση σε ένα ηθοποιο. Η αείμνηστη Έλλη Λαμπέτη, την  ηρωίδα της την Σάρα την έπαιξε άλαλη αλλά συγκλόνισε με την ματιά τηςκαι τις συσπάσεις του προσώπου της, όλους όσους είχαν την τύχη να δουν εκείνη την παράσταση.

Ο  Βάκης Λαύκας ως Σπηντ είχε επίσης πολύ φυσικό τρόπο επάνω στην σκηνή. Δεν με εκανε ούτε μια στιγμή να νιώσω πως υποκρίνεται. Γνωρίζοντας δε πως ήταν το βάπτισμα του πυρός για τον Βάκη όπως και για τον Βασίλη Μπογιατζή που έπαιξε τον Βιννι, του αξίζουν διπλά συγχαρητήρια για την προσπάθειά τους και την φυσική ερμηνεία, την τόσο μετρημένη.
Οι τρεις φιλοι προσφεραν  στιγμές συγκίνησης μέσα από το γέλιο που χάριζαν στο κοινό, όταν προσπαθούσαν να προστατεύσουν το φιλο τους Φελιξ από την απελπισία του διαζυγίου.
Γενικά η ομάδα των ανδρών απέδιδε πολύ δυνατά την ένταση και τα δεσίματα εκείνα μεταξύ ανδρών φιλων, ακόμη και όταν εκφράζονταν ό ένας για τον άλλον ελαφρώς απαξιωτικά.

Οι κυρίες της παρέας Ιωάννα Μέξη ως Γκουέντολιν και Χριστίνα Ψαθά ως Σέσσυλι, ήταν νομίζω αρκετά ευθύβολες. Κατάφεραν μέσα από μια έντονη προσέγγιση στους ρόλους τους, να δείξουν και την γυναικεία ψυχολογία και μοναξιά και ταυτόχρονα, την γυναικεία περίεργη ευαισθησία που μπορεί να οδηγήσει μια γυναίκα να πράξει αντίθετα από ότι ένας άντρας περίμενε πως θα έπραττε.

Αν πρέπει να πω και κατι αρνητικό - για να μην θεωρηθεί πως λέγω μονάχα θετικά - θα ήταν πως στις ερμηνείες των δύο κυριών, θα ήθελα λιγότερο επιτήδευση και περισσότερο ξάφνιασμα εσωτερικό στο άκουσμα των προβλημάτων του Φελιξ.  Η σκηνή στον καναπέ όπου είναι η μόνη στατική σκηνή, θα άγγιζε ίσως περισσότερο αν είχε λιγότερο οδυρμό και περισσότερο βλέμμα.

Οι επόμενες παραστάσεις θα γινουν 10 και 11 Μαΐου.  Μην παραλείψετε να βρεθείτε στο Αρτικι για αυτήν την παράσταση. Θα αντιληφθείτε μέσα σε δύο ώρες πως συμβιώνετε τόσο ανόμοιοι χαρακτήρες τόσα χρόνια και πως καλλιεργείτε ή δεν καλλιεργείτε την ανοχή και την διαφορετικότητά σας ταυτόχρονα. Θα αναγνωρίσετε πολλά, θα αναρωτηθείτε για ακόμη περισσότερα.























ΦΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


Το Σάββατο 3 Μαίου είχα την χαρά και την τύχη, να βρεθώ στην εκδήλωση
προς τιμήν του Κώστα Γεωργουσόπουλου και κατόπιν να παρακολουθήσω
άλλη μια θεατρική παράσταση από τον Θεατρικό Όμιλο Ερμιονίδος.


    Ξεκινώντας, από το συγκινητικό γεγονός της πρόσκλησης του κ. Γεωργουσόπουλου από τον πρώην μαθητή του και σημερινό Λυκειάρχη Κρανιδίου, Καθηγητή Μαθηματικών Ιωάννη Δημαράκη, που μαζί με τον Πρόεδρο του Θ.Ο.Ε. Δημήτρη Σίδερη οργάνωσαν αυτήν την εκδήλωση, θα ήθελα να συγχαρώ αμφότερους για αυτή την πρωτοβουλία. Για τον κ. Γεωργουσόπουλο δεν θα μιλήσω εγώ, έχει ήδη μιλήσει η πορεία του και η παιδεία του.  Το μόνο που μπορώ να γράψω εδώ για αυτήν την συνάντηση, είναι η εντύπωσή μου πως παρευρισκόμενη στην αίθουσα, ανάμεσα στο ακροατήριο του, επιμορφώθηκα, εκπαιδεύτηκα.
    Όλοι άκουγαν προσεκτικά τον "δάσκαλο" να μιλά για το θέατρο
και πραγματικά δεν ήθελαν να τελειώσει αυτή η ομιλία. Τα θέματα, τα έργα,
οι συγγραφείς, διαδέχονταν το ένα το άλλο στον λόγο του με τέτοια φυσικότητα,
που σε ανάγκαζαν να αναλογιστείς πως είναι ευλογία να μπορείς να αρθρώνεις τέτοιον λόγο και να ρέεις ανάμεσα στο ακροατήριό σου, είτε αυτό αποτελείται από πολλους όπως το Σαββάτο το βράδυ, είτε από λίγους όπως οι μαθητές μιας τάξης δημοτικού γυμνασίου ή λυκείου.
    Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος μίλησε κοιτώντας τους ακροατές του στα μάτια,
δίχως χαρτιά, δίχως σημειώσεις, δίχως να χάσει μια φορά τον ειρμό του,
δίχως να σταματήσει για να σκεφτεί. Μιλούσε και αναρωτιόμασταν όλοι
πως είναι δυνατόν να μην έχει κάνει ένα λάθος εν την ρύμη του λόγου,
να μην έχει κάνει μια παύση για να βρεί την σωστή λέξη ίσως. 
Όταν τελείωσε η ομιλία του είχα την αίσθηση πως αυτές οι δύο ώρες ισοδυναμούσαν με ένα ακαδημαϊκό έτος! Το είπα και δημόσια αργότερα, όταν συνεχάρηκα τους ανθρώπους που είχαν την σκέψη να καλέσουν τον παλιό τους δάσκαλο για να τον τιμήσουν.
    Αργότερα όταν βρεθήκαμε σε στενότερο κύκλο και είχαμε την ευκαιρία
να μιλήσουμε περισσότερο, διαπίστωσα πως ο συμπαθέστατος κύριος που παρακολουθούσα από μικρούλα να μιλά για το θέατρο και τις γραφές, να αρθρογραφεί ασκώντας κριτική στα θεατρικά δρώμενα, φορώντας πάντα εκείνες τις υπέροχες τιράντες, δεν με τρόμαξε. Δεν με απώθησε. Δεν με έκανε να αισθανθώ πως έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο που η γνώση του και η εμπειρία του τον έχει κάνει αλαζόνα, επαρμένο και απρόσιτο. Όχι, κάθε άλλο! Ευπροσήγορος, ευγενής, αντικειμενικός και θετικότατος απέναντι στην προσπάθεια των νέων ανθρώπων αλλά και των νέων διδασκάλων που προσπαθούν να κοινωνήσουν το θέατρο και την παιδεία που φέρει, μου άφησε την εντύπωση πως για πολύ λιγο και εγώ και οι άλλοι, βρεθήκαμε κοντά σε πνεύματα φωτισμένα άλλων διδασκάλων του παρελθόντος που μετάγγισαν το φως τους σε εκείνον τότε, όπως σήμερα προσπαθούν κάποιοι να μεταγγίσουν φως στους μελλοντικούς δασκάλους. Γιατί αν ο γονιός είναι η αρχή, ο δάσκαλος είναι η συνέχεια που δεν έχει τέλος, αφού η επαφή με την γνώση μόνον δίψα για περισσότερη γνώση μπορεί να προκαλέσει.


    Ελπίζω, εύχομαι και προσωπικά θα το προσπαθήσω όσο μπορώ, να εχουμε την χαρά και την τύχη να ακούσουμε και στις Σπέτσες τον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Όχι γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτόν ένα από τα φωτεινότερα μυαλά της Ελλάδας αλλά επειδή παραμένει πάντα δάσκαλος με την δίψα ενός μαθητή.



Πέμπτη 10 Απριλίου 2014


ΓΚΟΡΤΣΟΣ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ!!

 Ως γνωστόν, δεν συνηθίζω να τοποθετούμαι πολιτικά. Τουλάχιστον, το αποφεύγω όταν δεν έχω κάτι ουσιαστικό να προσθέσω σε οτι ειδήμονες και μελετητές τα της πολιτικής έχουν ήδη καταθέσει. Όμως, είναι μέρες τώρα που επιθυμώ να πω δυο λογάκια σε αυτούς όλους που προσπαθούν να στήσουν τα εκλογικά τους, σε όσους χώνονται κάτω από τις φούστες εκείνων που προσπαθούν να εκλεγούν, αλλά και στα βρακιά τους ενίοτε, καθώς και σε εκείνους που διακαώς επιθυμούν λίγη προσοχή και έναν τίτλο ή την δύναμη της καρέκλας, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Αυτό που με εξοργίζει και πρέπει να το μοιραστώ μαζί σας, είναι το εξής:

Πως είναι δυνατόν άνθρωποι με παιδεία και γνώση του πολιτικού στίβου να ζητούν από νεαρούς και νεαρές που ξημερώνονται στα κλαμπάκια και δεν ξυπνάνε πριν τις εξι το απόγεμα να συμμετέχουν στα ψηφοδέλτιά τους;

Πως είναι δυνατόν ένα νεαρό άτομο, που εχει συνηθίσει αυτό τον τρόπο ζωής, να το εμπιστευτείς ότι θα συμμετέχει σε αποφάσεις όταν χρειαστεί; Και καλα άντε να δεχθώ πως τα δημοτικά συμβουλια γινονται στις επτα το απογεμα συνήθως, οποτε θα εχουν προλάβει να ξυπνήσουν. Όταν θα πάρει φωτιά η πλαγιά του βουνού και θα είναι ξημερώματα ή πρωί και εκεινα θα εχουν παει λιωμα στο μεθύσι σπιτια τους ποιος θα μας σώσει;

Δεύτερον..
Πως είναι δυνατόν να ζητάμε από ανθρώπους που δεν ζουν στο τόπο οπού θέτουν υποψηφιότητα να συμμετέχουν; Πως θα παρίστανται; Με ολογράμματα; Και το λεγω αυτό διοτι και σε εμενα εγινε προταση που με τίμησε πολύ και βαθιά, μα όταν απαντησα πως δεν δυναμαι να παρίσταμαι εφόσον οι υποχρεώσεις μου είναι σε άλλη περιοχή, μου απάντησαν βρε δεν πειράζει θα τα βρουμε!!! Τι να βρουμε μωρέ!!! Τι να βρούμε; Θα γίνω Καρέζη στο Τζένη – Τζένη (κατά ένα περίεργο τρόπο πολύ με κυνηγά η φιλμογραφια της Τζένης) να φτάσω σε γαμου κοινωνίαν δια το καλο του τοπου; Και να σηκωθει η υποτιθέμενη συζυγος του Μπαρκουλη και να φωναζει «Δίγαμος» ;   Διγαμη, εν προκειμένω!

Πως είναι δυνατόν να εμπιστευτώ έναν υποψήφιο που στις προηγούμενες εκλογές έβριζε με τα χειρότερα λόγια αυτόν με τον οποίο αγκαλιάζεται σήμερα ενώπιων μου;

Πως είναι δυνατόν να εμπιστευτώ έναν υποψήφιο επειδή για χρόνια ο πατέρας του ή η μητέρα του έθετε υποψηφιότητες και ήταν κάτι, σαν ας πουμε, επαγγελματίας βουλευτής, δημοτικός σύμβουλος ή κοινοτάρχης!!!

Θα μου πείτε τους εμπιστευόμαστε. Ναι, αυτά κάνουμε και για αυτο μας αξίζει η πολιτική σκηνή που έχουμε. Αυτά κάνουμε και μας αξίζει η εξαπάτηση που τρώμε σαν πασατέμπο! Τον θυμάστε τον Παπαγιανόπουλο στην εν λόγω ταινία; «Περασε,» του ειχε πει του Μπαρκουλη, «πέρασε από το καφενέ κατά τις δώδεκα….. τα άλλα άστα επάνω μου»!
Αχ ποσο την γουστάρω αυτή την ταινία! Είναι και γυρισμένη όλη στο νησάκι μου! Ποσο τους γουστάρω όλους όσους έπαιζαν εκεί… Αλλά εκεινοι ήταν ηθοποιοί… έπαιζαν έναν ρόλο… ετούτοι;  
Τι ρόλο παίζουν ετούτοι μωρέ;

Ας πορευτούμε λοιπόν, χεράκι χεράκι με αγάπη και σύμπνοια που δεν ξερω πόσο θα κρατήσει, να ψηφίσουμε ακόμη μια φορά την Απάτη και το Άγνωστο. Να ρίξουμε την ιερή μας ψήφο στο κολλητό και τον συγγενή, τον γιο της φιλενάδας μας επειδή τον μεγαλώσαμε σχεδόν. Να το βουλώσουμε να μην ξεστομίσουμε αυτό που σκεφτόμαστε…. Όχι!!

Ε, λοιπόν εγώ το ξεστομίζω, όπως το ξεστόμισα και κάποια χρονιά πριν και έγινα το μαύρο πρόβατο…
Μανδάμ, για μισό λεπτο… τα μεταξωτα βρακιά θέλουν και μεταξωτούς αποτέτοιους! Εκτός από γερό στομάχι θέλεις και χέρι στο τραπέζι, θα το χτυπήσεις; Ή μολις η αντιπολίτευση σου πει «αι μαρή να πλύνεις κανένα πιάτο και να ράψεις κανένα κουμπί» θα βάλεις τα κλάματα; Κι εσύ μικρέ, σε εσένα μιλάω που καυχιέσαι για το πόσο αντέχεις το ποτο και το πόσο λιώμα γυρίζεις τα ξημερώματα από τα μπαράκια, μόλις ο έμπειρος, ο χρόνια στο κουρμπέτι σου πλασάρει την γραμμή που θέλει να περάσει και ζητήσει την υπογραφή σου, θα το αντιληφθείς το χάος που ξανοίγεται μπροστά σου; Μόλις ο «παλιά καραβάνα» θελήσει να σε ψαρώσει και σου πατήσει την φωνή τι θα κάνεις; Θα πιαστείς στα χέρια; Ή θα πας στην μαμά να σου δώσει χαδάκια;   
Όχι τίποτις άλλο, αλλά επειδή εχω δει να βαζουν τις φωνες και φανερά και σιωπηλα…  Έτυχε και δεν σκιάχτηκα, μήτε ίδρωσα και ας ήταν αγενείς φωνές, φαλλοκρατικές και άδικες με ύφος καρδιναλίων και πολλά άλλα.
Θα μου πεις, Αννούλα δεν σκιάχτηκες και για αυτό δεν τολμούν να σε ξαναφωνάξουν, γιατί λες και Όχι!
Ε δεν πειράζει…. Τώρα θα φωνάζω εγώ, γιατί βαρέθηκα τους σκατανθρώπους και τα ασήμαντα να χρίζονται σημαντικα!!
Όχι … θα κλείσω με την λέξη «Κροκανθρώπους» του Νικολα του Ασιμου γιατί μου γουστάρει πολύ σαν λεξη και με τη φράση της αλησμόνητης Κατερίνας Γώγου «το μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου!»
Άιντε και καλό βόλι!!

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;


Ή αλλιώς, ποιος φοβάται να τσαλακωθεί;
Σίγουρα όχι τα μέλη του θεατρικού ομίλου Ερμιονίδας τα οποία καταπιάστηκαν αυτή τη φορά με κάτι πολύ δυνατό και πολύ πέρα από τα συνήθη. Η παράσταση που παρακολούθησα χθες βράδυ, στον Πολυχώρο Αρτίκι, ήταν παραπάνω από συγκλονιστική αν σκεφτεί κανείς πως δόθηκε από ερασιτέχνες ηθοποιούς στην πλειοψηφία τους!  Χίλια ευχαριστούμε και χίλια μπράβο!!
Η κα Μονικα Κολοκοτρώνη που σκηνοθέτησε και διασκεύασε το κλασσικο έργο του Εντουαρντ Αλμπη , "Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;", ήξερε ακριβώς τι να κρατήσει, για να δημιουργήσει ένα επιβλητικό, γεμάτο ένταση δωμάτιο μέσα στο οποίο ξετυλίγεται όλη η παράνοια, η αυταπάτη και η αδυναμία των ανθρώπων να αποδεχθούν την πραγματικότητα. 

Εδώ θα ήθελα να αναφερθώ στην συρραφή των κειμένων που επιλέχθηκαν να αποτελέσουν την παράσταση, η διάρκεια της οποίας είναι μια ώρα, μα αποζημιώνει σαν να έχεις παρακολουθήσει πολύ περισσότερη.  Προσωπικά θα δώσω συγχαρητήρια στην κα Κολοκοτρώνη για ότι επέλεξε να κρατήσει. Έχοντας παίξει η ίδια το έργο παλαιότερα, έχοντας διδάξει τον χαρακτήρα της Μάρθας για να τον υποδυθούν, είμαι σε θέση να γνωρίζω πως θα μπορούσε να καταστραφεί το εγχείρημα από μια τέτοια περικοπή, πράγμα όμως που δεν συνέβη.  Οι διάλογοι ήταν ακριβώς αυτοί που έπρεπε για να αποδοθεί η ουσία του έργου  δίχως να χάσει σε δυναμική η κλιμάκωση για την αποκάλυψη, την παραδοχή των φόβων, την απογύμνωση των «καλοντυμένων» συμβιβασμένων ψυχών  και την τελική "κάθαρση" των χαρακτήρων.

Το σκηνικό που επιλέχθηκε ήταν λιτό, επιβλητικό, σουρεαλιστικό σε κάποιες λεπτομέρειες,  όπως τα κόκκινα σημάδια στο δάπεδο του καθιστικού του ζευγαριού που εκτυλίσσεται και εξελίσσεται όλη η δράση, απόλυτα σαφές, ώστε να μην απομακρυνθεί η ματιά του θεατή από τους διαλόγους και την ένταση μεταξύ των χαρακτήρων.

Ο νεαρός Γιώργος Πέλλας στον ρόλο του Νικ, του νεαρου συζύγου που προσκαλείται στο σπίτι της Μάρθας και του Τζώρτζ μετά το πάρτυ του πατέρα της μετά της συζύγου του, είναι ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο του θεάτρου. Παρά την απειρία του κατάφερε να δώσει στοιχεία στο ρόλο του Νίκ που τον καθιστούσε απολύτως συμπαθή μετά τις αποκαλύψεις. Για παράδειγμα, η απλότητα και φυσικότητα του κ. Πέλλα, λειτούργησε καταλυτικά στις σκηνές που καλείτο να συμπονέσει την σύζυγο του Χάνυ. Φανέρωνε ένα συναίσθημα βαθύτερο παρά την φαινομενική επίπεδη στάση του στα τεκταινόμενα. Εκεί κέρδιζε τον θεατή και εκεί κέρδιζε και το στοίχημα. Τον αντιπαθείς; Η τον συμπαθείς; Δεν αποφασίζεις. Δεν σε ενοχλεί. Ο κ. Πέλλας απλά ισορρόπησε ανάμεσα σε τέρατα και δεν τον θυμούνται ως τέρας στην ιστορία. Μικρός ρόλος, αλλά σημαντικός για την δράση.  Σίγουρα θα έχει πολλά πράγματα να δώσει στο μέλλον στο θεατρικό σανίδι.

Η κα Μαρία Παπαϊωάννου στον ρόλο της Χάνυ, εξαιρετική.  Απέδωσε μια  νεαρή γυναίκα με ασαφή στάση απέναντι στην ζωή και την οικογένεια από την πρώτη στιγμή με σοβαρότητα και όχι σοβαροφάνεια, πράγμα δύσκολο αν σκεφτεί κανείς την ισορροπία που απαιτούσε αυτός ο ρόλος.  Η σύγκρουση που συντελείται μέσα της και αργότερα οι αλήθειες που καλείται να αντιμετωπίσει , αποδίδονται από την νεαρή ηθοποιό με τρόπο θαυμαστό και μια ιδιαίτερη προσαρμοστικότητα, από την σκηνή της ευδαιμονίας της στην σκηνή της συντριβής της, το επόμενο λεπτό.

Ο χαρακτήρας του Τζώρτζ στο έργο δεν νομίζω πως θα μπορουσε να έχει καλύτερη αποδοση από αυτήν του Δημήτρη Σίδερη. Διαπίστωσα έναν εμφανώς, συμπάσχοντα με τον ρόλο άνθρωπο, που εντρύφησε και ενδοσκόπησε την ψυχολογία και την ιδιοσυγκρασία του ρόλου που καλούσε να ερμηνεύσει. Που αγάπησε βαθιά την αδυναμία του και τον κοίταξε στον καθρέφτη του, γυμνό δίχως υπερβολές και δίχως καλλωπισμούς. Απέδωσε με έξοχη εσωτερικότητα την απόγνωση από την πίκρα της εξαρτημένης σχέσης του με την Μάρθα. Κέντησε πάνω στην αποστροφή και την ταυτόχρονη λατρεία που έτρεφε για την σύζυγο του Μάρθα αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό, για ξεχωριστούς λόγους κάθε φορά. Έδειξε στο κοινό την παράδοσή του, την δειλία του, την έκρηξη του την στιγμή που επαναστατεί στην κούραση της προσποίησης,  αλλά και την τρομακτική του αδυναμία να αποχωριστεί αυτήν την εξάρτηση. Μια προσέγγιση που χρειαζόταν εξαιρετική αφοσίωση και αυτοσυγκέντρωση για να επιτευχθεί και να μην οδηγήσει σε σύγχυση τον θεατή.

Παρόμοια αυτοσυγκέντρωση χρειαζόταν και στις σκηνές όπου η ευρηματική σκηνοθέτιδα κα Κολοκοτρώνη είχε ζητήσει να επεμβαίνουν παρεισδύοντες στον έντονο διάλογο μεταξύ Τζωρτζ και Μάρθας οι νεαροί συμπρωταγωνιστές τους,  για να δώσει έμφαση έτσι στο γεγονός πως η παρουσία του ζευγαριού αυτού ήταν καταλυτική, στο να παραδεχθούν τελικά οι μεσήλικοι σύντροφοι, πως για χρόνια έπαιζαν παιχνίδια που στο μόνο που εξυπηρετούσαν, ήταν να κρύβονται από τις ανεπάρκειές τους και να εθελοτυφλούν στην πραγματικότητα. Στις σκηνές δε αυτές, η ταυτόχρονη ομιλία των δυο βασικών πρωταγωνιστών για αρκετά λεπτά, ακροβατεί  διαρκώς σε ένα τεντωμένο σκοινί. Για αυτό και είναι αξια θαυμασμού η αυτοσυγκέντρωση και των δυο.

Τι να πει κανείς για την κα Βίκυ Παπάζογλου και την Μάρθα της;
Πρόκειται ασφαλώς για μια εμπνευσμένη, ταλαντούχα και πολύπλευρη προσωπικότητα.  Μια παρουσία την οποία λυπάμαι που είμαι αναγκασμένη να αποκαλέσω ερασιτέχνη ηθοποιό.  Σε μια παράσταση που ειλικρινά δεν είχε να ζηλέψει το παραμικρό, από μια οποιαδήποτε παράσταση που παρουσιάζεται σε χώρους εναλλακτικών σκηνών, από επαγγελματίες του είδους στην Αθήνα και αλλού, η κα Παπάζογλου στον ρόλο της Μάρθας είναι συγκλονιστικά συνταρακτική!  Οι εναλλαγές που απαιτεί ο ρόλος στην ψυχολογία της, οι αυξομειώσεις στην ένταση την εσωτερική αλλά και την εξωτερική, τις συσπάσεις στο πρόσωπο, την γλώσσα του σώματος, την ματιά ακόμη- ακόμη που θα ρίξει στους συμπρωταγωνιστές της, όλα μα όλα δεν είχαν τίποτε το ερασιτεχνικό. Δεν θα πω πως φάνηκε η εμπειρία της από την ενασχόληση της με δρώμενα στην μουσική και το θέατρο, θα πω πως φάνηκε η εμπειρία της ως άνθρωπος, ο οποίος εχει ξοδέψει ωρες για μελέτη, για ενδοσκόπηση στους χαρακτήρες που ενσαρκώνει και για ενδοσκόπηση στην δική της εσωτερική πτέρυγα «παρακαταθηκών και δανειων» από την ζωή.

Συγκλονιστική όταν ήθελε να πληγώσει τον Τζώρτζ, συγκλονιστική όταν ήθελε να κυριαρχήσει στον Νικ, συγκλονιστική όταν αδιαφορούσε  εγωκεντρικά για την ψυχοπαθολογία της Χάνυ, συγκλονιστική όταν φοβόταν να αναμετρηθεί με την αλήθεια της! Συνταρακτική όταν ξέσπασε και τσαλακώθηκε και παραδέχθηκε !

Αν πρέπει να πω κάτι με το οποίο δεν συμφώνησα απόλυτα, είναι το σημείο οπού η δράση περνά στο παρασκήνιο και οι θεατές παρακολουθούν ένα βίντεο όπου παρουσιάζονται ασπρόμαυρα τα πρόσωπα και η σκηνή παίζεται στο παρασκήνιο. Αυτό θα το ήθελα μικρότερο χρονικά αν όχι ολόκληρο στην σκηνή, διότι αισθάνθηκα πως μου στέρησε την ευχαρίστηση να απολαύσω περισσότερο τις συνταρακτικές ερμηνείες και να διακρίνω την ένταση, την αμφισβήτηση, τον πανικό και γενικά να αισθανθώ τα συναισθήματα που βίωναν οι ήρωες και σε εκείνη την σκηνή.
Ολοκληρώνοντας, το εγχείρημα του Θεατρικού Ομίλου Ερμιονίδος πέτυχε πέρα για πέρα και ανέβασε τον πήχη για την επόμενη φορά.  Επειδή το θέατρο είναι παιδεία πέρα από ψυχαγωγία, στις επόμενες παραστάσεις που είναι και οι τελευταίες στις 30 και 31 Μαρτίου θα πρέπει να γεμίσει το Αρτίκι γιατι περισσότερο κερδισμένοι θα βγούμε εμείς οι θεατές, εφόσον θα έχουμε έρθει αντιμέτωποι με την δική μας κρυμμένη αλήθεια, την δική μας ανεπάρκεια, τους δικούς μας λόγους να πληγώσουμε, να σπιλώσουμε, να μειώσουμε, να εκμεταλλευτούμε, να πονέσουν τους άλλους, αρνούμενοι να παραδεχτούμε την πραγματικότητα που μας πονά, το γεγονός  ότι ίσως, δεν μπορούμε να είμαστε όλα όσα θα θέλαμε να είμαστε.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ  " Η ΠΟΡΝΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΛΕΓΑΝ ΜΟΝΑΞΙΑ"



Υπάρχει εντός μας ένα "σπίτι" που κατοικούν και εργάζονται
πολλές γοητευτικές "κυρίες".



Η Ανοχή έρχεται σε οργασμό όταν υποτάσσεται.
Η Αμφιβολία γδύνει από κάθε αναστολή τους πελάτες και τους λούζει
στην κολυμπήθρα του αβέβαιου.
Η Εμπιστοσύνη γεννιέται και πεθαίνει σε κάθε επαφή,
ζεί όσο κρατάνε οι στεναγμοί και οι αφες.
Η Χαρά αποτυπώνεται σαν τατουάζ στα προσωπα
των ικανοποιημένων εραστών.
Η Υπερηφάνεια ανεβαίνει επάνω σου, τινάζει τα μαλλιά της
και χορεύει στο κορμί σου τον παράξενα, αισθησιακό χορό της επιβολής!
Η Προκατάληψη σε παίρνει αργά και βασανιστικά μονάχα με τα φώτα σβηστά
και εξυπηρετεί εκείνους που τους ενοχλεί το φως
και η παραδοχή του εαυτού τους.
Η Αυτάρκεια αναλαμβάνει μονάχα τους πελάτες
που ζητούν Αφέντρες!




Υπάρχει εντός μας, ένας ιδιαίτερος χώρος.
Ο κάθε ένας από εμάς, φιλοξενεί έναν Οίκο Αν(τ)οχής,
μέσα στον οποίο εκδίδονται οι πιο ακριβοπληρωμένες πόρνες,
όχι μόνον του κόσμου, αλλά και της Ιστορίας του κόσμου.




Μία από αυτές είναι κι η Μοναξιά…




[Εισαγωγή της συλλογής "Η Πόρνη που την έλεγαν Μοναξιά" ]

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΑΛΗΘΕΙΕΣ 

Στις πόσες φορές καίγεσαι από την έλλειψη σταθερότητας;
Στις πόσες φορές σε καίνε οι αποφάσεις σου που αλλάζουν ραγδαία;


Είναι σοφό να σιωπαίνεις τελικά.
Είναι σοφό να παραμένεις κλειδωμένος στην απόλυτα προστατευμένη αδράνεια.

Ω, μη με ρωτάτε τι και πως!
Πως προλαβαίνω να δώσω εξηγήσεις για κάτι, όταν το κάτι δεν ξέρει το ίδιο τον λόγο
για τον οποίο μεταλλάσσεται;


Μήπως τελικά παρέμεινα μόνη στην έρημο της αληθείας;
Μήπως πρέπει να αναθεωρήσω της απόψεις μου περι εντιμότητας και να
μετατραπώ σε στυγερή, στυγνή εκμεταλλεύτρια συναισθημάτων;


Κι ύστερα;
Σε ποια θάλασσα να αυτό-εξοριστώ;
Σε ποιον ουρανό να στρέψω το βλέμμα, όταν θα έχω καθαιρέσει εαυτόν
αυτοβούλως, επιλέγοντας να ζήσω μέσα στο πλήθος των ανομημάτων μιας υποκρισίας;


Στις στοες της ψυχής μου οι Ερινύες, θα καιροφυλακτούν για να με
οδηγήσουν στον αφανισμό και την τιμωρία μου.


Στα πλαίσια ενός ευγενούς ρομαντισμού,
υπό την αιγίδα μιας ανομολόγητης συμπάθειας,
συνήθως επιτρέπονται τα μεγαλύτερα και τα ωραιότερα ψέματα.
Ποιος σου ειπε ότι εγω για τον ρομαντισμο και την συμπαθεια,
μπορώ να αντέξω ένα θέατρο παραλόγου;
Ποιος σου είπε ότι εγώ για λίγη ζέστη και λίγη ευαισθησία,
θα δεχόμουν να πουλησω την ψυχή μου στην ενοχή;


Προτιμώ την ουρά στα δημόσια ουρητήρια.
Προτιμώ την βρώμα στους καταυλισμούς των περιθωριακών.
Προτιμώ την ξυπόλητη βόλτα μου στα αναμμένα τα κάρβουνα ενός
έρωτα άγνωστου και την εισβολή μου στην εναέρια περιοχή ενός βλέμματος
φλογισμένου, παρά την ατσαλάκωτη, εγωκεντρική επιμονή σε ένα στοίχημα.

Μοιάζω με χτενισμένη κυρία εγώ;
Μοιάζω με συμβιβασμένη συνουσία;

Όρθια στους τοίχους παίρνω την ηδονή και την οδύνη !!
Όρθια πονάω, όρθια πεθαίνω, όρθια ακουω τα ψέματα του κόσμου!

Φεύγω. Έφυγα.
Δεν θα μπορεις να με βρεις, επειδή με εκρυψες πολύ καλά.


(η αλήθεια σου)